Λαογραφικά & ιστορικά της Ρούμελης: Πασχαλινά έθιμα στα Κράβαρα

Γράφει η Σπυριδούλα Πιά 

Μεγάλη Εβδομάδα
Τα Πασχαλινά έθιμα αρχίζουν από το Σάββατο του Λαζάρου. Η ημέρα αυτή, συμπίπτει πάντοτε να εορτάζεται την Άνοιξη, οπότε υπάρχουν άφθονα λουλούδια. Κορίτσια (οι λεγόμενες Λαζαρούδησες) στόλιζαν ένα καλάθι με λουλούδια και από το πρωί άρχιζαν να γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και να τραγουδούν τα Βαΐτικα Κάλαντα, χωρισμένες σε δύο παρέες. Όλα τα κορίτσια αυτού του εθίμου ήταν ανύπαντρα.

Μεγάλη Πέμπτη
Την Μεγάλη Πέμπτη η Λειτουργία γινόταν απόγευμα. Όλες οι νοικοκυρές ετοίμαζαν τα κόλλυβα και τα ψυχούδια (ψυχούδια μικρά αρτίδια ξεροψημένα ένα για κάθε ψυχή). Έβαζαν τα κόλλυβα σε πιάτο και τα ψυχούδια αραδιασμένα σε μία κλωστή όλα μαζί. Τα πήγαιναν στην Εκκλησία και τα παρέδιδαν στον παπά. Τα ψυχούδια έμεναν εκεί ως τη Δευτέρα της Λαμπρής, οπότε ο παπάς που είχε γράψει ελαφρά πίσω από τα ψυχούδια το όνομα της κάθε οικογένειας, φώναζε τα ονόματα και τα παρέδιδε. Στο τέλος της λειτουργίας ο παπάς άνοιγε την φυλλάδα του που είχε όλους τους πεθαμένους γενεές, γενεών γραμμένους για όλες τις οικογένειες μνημόνευε όλα τα ονόματα ένα-ένα. Όλοι όσοι άκουγαν τα ονόματα, πετούσαν μεταλλικά κέρματα (χρήματα) σε ένα τασάκι. Κατόπιν εμοιράζοντο τα κόλλυβα και έφευγαν για τα σπίτια τους.

Μεγάλη Παρασκευή
Ημέρα γενικού πένθους. Στα σπίτια τότε το εξέταζαν και δεν έστρωναν τραπέζι. Στο πόδι έτρωγαν κάτι χωρίς λάδι. Η καμπάνα χτυπούσε πένθιμα. Ο παπάς όλο το πρωινό περνούσε απ’ όλα τα σπίτια κι έλεγε Χρόνια Πολλά, κατά το έθιμο, και το κάθε σπίτι του πρόσφερε αυγά για να βάψει το Πάσχα. 

Ανάσταση 
Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, χτυπούσαν τις καμπάνες της Αγίας Τριάδας και του Άη-Θανάση και το χωριό λαμπροφορεμένο μ’ ένα φαναράκι στο χέρι και αναμμένα δαυλιά, τραβούσαν για την Εκκλησία.

Ο Παπάς λαμπροφορεμένος κι αυτός, με τα καλά του άμφια (αν είχε τέτοια) μέσα στο Ιερό, περίμενε όλο το χωριό. Από καιρό σε καιρό ρωτούσε: «– Ήρθαν όλοι;» και όταν οι επίτροποι τον πληροφορούσαν ότι ήρθαν όλοι, πραγματικά όλοι, (έπρεπε να έρθουν όλοι, γιατί το είχαν σε κακό να απουσιάζει κάποιος. Μάλιστα, αν έλειπε κάποια οικογένεια, ο παπάς αμέσως, καθώς και η εκκλησιαστική επιτροπή, έπρεπε να εξετάσει τι συμβαίνει. Μήπως τους είχε τύχει κάποια ασθένεια; Όλοι κινητοποιούνταν αμέσως, δινόταν το σύνθημα και ο παπάς έβγαινε από την εκκλησία πήγαινε στην ανατολική πλευρά της εκκλησίας, ανέβαινε στο πεζούλι της μάνδρας και όταν ήταν η κατάλληλη ώρα, διάβαζε όσο μπορούσε δυνατότερα και καλύτερα το Ευαγγέλιο της Ανάστασης. Μετά έψελνε το «Χριστός Ανέστη». Στη στιγμή όλοι οι χωριανοί που είχαν στα σελάχια τους τις κουμπούρες τους, τις τραβούσαν και έριχναν σε κάθε «Χριστός Ανέστη». Ασφαλώς την εποχή εκείνη οι φορεσιές ανδρών και γυναικών ήταν παραδοσιακές, γι’ αυτό και οι κουμπούρες στα σελάχια. Μετά έμπαιναν στην εκκλησία και έψελναν όλοι μαζί το «Χριστός Ανέστη». Έμεναν όλοι στην εκκλησία, ως το χάραμα ώσπου τελείωνε η λειτουργία, ασπάζονταν όλοι οι χωριανοί αναμεταξύ τους, λέγοντας: «Χριστός Ανέστη αδέλφια, και του χρόνου Ελεύθεροι». Γύριζαν στο σπίτι, έτρωγαν τη φτωχική τους μαγειρίτσα και λίγο αργότερα, μαζεύονταν κατά γειτονιές και συγγένειες και σούβλιζαν το αρνί τους, στην προκειμένη περίπτωση το κατσίκι από το μαντρί τους. Το απόγευμα γίνονταν η αγάπη, σαν πανηγύρι του χωριού.

ΑΡΑΧΩΒΑ
Ανήμερα του Πάσχα και από το απόγευμα ξεκινάει η περιφορά της εικόνας του Αγίου Γεωργίου, την οποία συνόδευαν περίπου 500 άτομα ντυμένα με παραδοσιακές φορεσιές.
Την επομένη πραγματοποιείται αγώνας δρόμου των γερόντων, οι οποίοι ξεκινούν από την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και φθάνουν στο λόφο. Ακολουθούν χορευτικά συγκροτήματα και το απόγευμα χορεύουν γυναικείοι χορευτικοί σύλλογοι.
Οι εκδηλώσεις συνεχίζονται με κλέφτικα αγωνίσματα, όπως το σήκωμα της πέτρας κ.λπ.. 

ΛΙΒΑΔΕΙΑ
Το πιο χαρακτηριστικό έθιμο της πόλης είναι το «Πάσχα της Λιβαδειάς» που όχι μόνο διατηρείται, αλλά χρόνο με το χρόνο ζωντανεύει, μιάς και οι νεότεροι συμμετέχουν με ιδιαίτερο μεράκι και κέφι στο έθιμο του «λάκκου».

Μετά την Ανάσταση και πριν καλά-καλά ξημερώσει, οι Λειβαδίτες ετοιμάζουν την φωτιά. Ένας κάνοντας το σταυρό του, βάζει φωτιά στο σωρό με τη λαμπάδα της Αναστάσεως. Οι φλόγες αγκαλιάζουν το σωρό.

Με ραντίσματα νερού και συχνά χτυπήματα μ’ ένα μακρύ ξύλο, η θράκα είναι έτοιμη για να ψηθούν τ’ αρνιά. Το ίδιο γίνεται με όλους τους «λάκκους» και ανεβαίνουν οι καπνοί, σε τέτοιο βαθμό, που σκεπάζουν τον Ήλιο που στο μεταξύ ανατέλλει. Η πόλη τυλίγεται στους καπνούς. Οι πρωτιές είναι έτοιμες και τ’ αρνιά τοποθετούνται στους «λάκκους». Το απόγευμα, συμπληρώνεται με τη συμμετοχή παραδοσιακών χορευτικών συγκροτημάτων και με την καύση πυροτεχνημάτων, που αλλάζουν στην κυριολεξία, το χρώμα τ’ ουρανού της Λιβαδειάς.       

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «εμπρός» 

Προτεινόμενα άρθρα