«Ο εν Πάτραις Ναυπακτιακός Σύνδεσμος»: Η Πάτρα της Εποχής

Η Ναυπακτιακή παρουσία στην Πάτρα από τον 19ο αιώνα

Του Ηλία Στ. Δημητρόπουλου

Από σήμερα η «ε» δημοσιεύει σε συνέχειες του βιβλίο του Ηλία Δημητρόπουλου «Ο εν Πάτραις Ναυπακτιακός Σύνδεσμος». Πρόκειται για μία κοπιώδη εργασία του συγγραφέα, ο οποίος καταγράφει την πορεία του Συνδέσμου στο πέρασμα του χρόνου, από το 1892 όπου και ιδρύθηκε, έως την έκδοση του βιβλίου το 2016. Ο Σύνδεσμος έχει πάρει την πρώτη θέση, από πλευράς αρχαιότητας, από κάθε άλλο Σύλλογο – Σύνδεσμο- Αδελφότητα Ναυπακτιακής απόχρωσης σ’ όλο κόσμο, έχει αποκτήσει το δικό του Ναό, τον Άγιο Χαράλαμπο, έχει δικό του γραφείο στο κέντρο της Πάτρας (Ρήγα Φεραίου 96),καθώς και τη δική του εφημερίδα, τη «Ναυπακτιακή Φωνή».
Το βιβλίο μέσα στις 320 σελίδες του δεν περιορίζεται στα στενά όρια του Συνδέσμου, αλλά αναδεικνύει ντοκουμέντα και άγνωστες ιστορικές πτυχές τόσο της Ναυπακτίας , όσο και της Πάτρας, φέροντας στο εξώφυλλό του την καλλιτεχνική σφραγίδα του γνωστού αρχιτέκτονα και ζωγράφου Γιάννη Αρτινόπουλου. Η πρώτη του παρουσίαση έγινε στις 6 Ιουνίου του 2016 στην αίθουσα διαλέξεων του Δικηγορικού Συλλόγου Πατρών, και από σήμερα και για κάθε τεύχος η «ε» έχει την τιμή να φιλοξενεί ενδιαφέροντα αποσπάσματά του, και γι’ αυτό ευχαριστούμε πολύ το συγγραφέα για την παραχώρησή του δικαιώματος να τα δημοσιεύσουμε σε συνέχειες. Καλή σας ανάγνωση!

Εισαγωγικά στοιχεία
Η Αχαΐα και η Ναυπακτία στέκονται απέναντι ανά τους αιώνες, σαν δίδυμες αδελφές ή και σαν δυο ερωτευμένοι. Πότε τσακώνονται και πότε μονοιάζουν. Με καλή προίκα από τον Ύψιστο η Αχαΐα, αχαμνή και κοκκαλιάρα η Ναυπακτία, συνυπήρξαν διαχρονικά και δεν είναι λίγες οι φορές, που σε χαλεπούς καιρούς, πολλοί Αχαιοί διωκόμενοι από εισβολείς και εξουσιαστές, βρήκαν καταφύγιο στη Ναύπακτο και στα ενδότερα, στα απρόσιτα και απρόσβλητα Κράβαρα. Άλλο τόσο, περισσότεροι Ρουμελιώτες πέρασαν, κατά καιρούς, στην Αχαΐα και πιο μαζικά στην Πάτρα και στο Αίγιο, για να σωθούν από πολέμους, καταστροφές και διώξεις, αλλά και σε αναζήτηση δουλειάς και καλύτερης ζωής. Βέβαια και οι εκάστοτε πολιτικές, κοινωνικές και παραγωγικές συνθήκες είχαν και έχουν τις ανάλογες αντανακλάσεις στην αμφίπλευρη σχέση των περιοχών.

Τον ιδιόμορφο αυτό δεσμό των περιοχών, που συνοψίζεται στο «εμείς μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε» ήρθε να επισφραγίσει το περίφημο έργο της γέφυρας Ρίου – Αντιρρίου ‘’Χαρίλαος Τρικούπης’’ (Αύγ. 2004).
Μέσα στο νεαρό και «κολοβό» κρατίδιο της Ελλάδας, που αναδείχθηκε μετά τον οκταετή επικό αγώνα του 1821, η Πάτρα ήταν ένα από τα πέντε βασικά αστικά κέντρα της χώρας (Αθήνα, Πειραιάς, Πάτρα, Σύρος και Βόλος). Ανέπτυξε σπουδαία πνευματική κίνηση και διέθετε Γυμνάσιο από το 1838 (Α΄ Γυμνάσιο Πατρών). Παράλληλα το λιμάνι της ήταν ο πνεύμονας και το οξυγόνο όχι μόνο της ευρύτερης περιοχής, αλλά ολόκληρης της χώρας, ειδικά όταν μεσουρανούσε ο λεγόμενος «λευκός χρυσός», που δεν ήταν άλλος από τη σταφίδα. Επίσης, το λιμάνι της μέχρι το 1907, ήταν η κυρίως πύλη προς την Ευρώπη και μέσω αυτού, χιλιάδες ελληνόπουλα πήραν το δρόμο για τον νέο κόσμο της Αμερικής.

Στην απέναντι μεριά, η πολίχνη, τότε, της Ναυπάκτου με τους 2.800 κατοίκους, πάντοτε πρόβαλλε και κρατούσε τα δικά της θέλγητρα, που με απλοχεριά την προίκισε ο πλάστης. Νευραλγικό στρατηγικό σημείο, με στέμμα της το πεντάζωνο κάστρο, κρατούσε στον «κόρφο της» τα κλειδιά ολόκληρης της Ναυπακτιακής και όχι μόνο ενδοχώρας. Το γραφικό Βενετσιάνικο λιμανάκι της, ήταν και εδώ η πύλη διακίνησης ανθρώπων και εμπορευμάτων. Η διαπεραίωση στον απέναντι Ψαθόπυργο και στην Πάτρα ήταν ο μοναδικός δίαυλος, δεδομένου ότι οι οδικές συγκοινωνίες προς Μεσολόγγι και προς Αθήνα ήταν ανύπαρκτες. Αρκεί και μόνο να αναφερθεί ότι για να μεταβεί κάποιος από τη Ναύπακτο στην πρωτεύουσα του Νομού, το Μεσολόγγι, έπρεπε να διαπεραιωθεί στην Πάτρα και από εκεί να περάσει με το πλοίο (Καλυδώνα) στο Κρυονέρι του Γαλατά και στη συνέχεια με τρένο στο Μεσολόγγι. Κι όλα αυτά από τότε που ο οραματιστής Πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης εγκατέστησε το σιδηροδρομικό δίκτυο (το 1887 εγκαινιάστηκε η σιδηροδρομική Αθηνών – Πατρών). Για την προγενέστερη κατάσταση δεν γίνεται λόγος.

Ναύπακτος 1905. Εμποροπανήγυρη, περιοχή Κεφαλόβρυσου – Αγ. Γεωργίου
Στο πολιτικό πεδίο, τις δεκαετίες αυτές, τη μικρή Ελλάδα κυβέρνησαν οι Αλέξανδρος Κουμουνδούρος, Δημήτριος Βούλγαρης, Δημήτριος Ράλλης, Χαρίλαος Τρικούπης και Θεόδωρος Δηλιγιάννης.
Τα χρόνια αυτά η Ναύπακτος εκπροσωπήθηκε στη Βουλή, από τους Βουλευτές :
1890 :Νικόλαο Ιω. Φαρμάκη και Γεώργιο Ν. Σισμάνη.
1892 : Γεώργιο Ν. Σισμάνη, Νικόλαο Γ. Καλαντζόπουλο και από τον νεοφώτιστο Ιωάννη Ιντζέ.
1895 : Γεώργιο Ν. Σισμάνη, Γεώργιο Πλατανιώτη και Ιωάννη Ν. Καναβό.
1899 : Γεώργιο Σισμάνη, Γεώργιο Πλατανιώτη και Δήμο Ι. Φαρμάκη.
Η διοικητική διαίρεση της Επαρχίας Ναυπακτίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα είχε τη μορφή των έξι δήμων, ήτοι : Ναυπακτίας, Αποδοτίας, Οφιονείας, Κλεπαΐδος, Πυλήνης και Παρευηνίων. Η διοικητική αυτή διάρθρωση διήρκεσε, με μικρές αποκλίσεις, από το 1868 μέχρι το 1912 που με το νόμο ΔΝΖ΄/1912 καταργήθηκαν πολλοί δήμοι και μετέπεσαν σε κοινότητες, μεταξύ αυτών και η Ναύπακτος, για το διάστημα 1912 μέχρι το 1946, που προβιβάστηκε ξανά σε δήμο.

Η Πάτρα της Εποχής
Μετά την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, η Πάτρα αναδείχθηκε σε σπουδαίο εμπορικό, πνευματικό και πολυπολιτισμικό κέντρο. Με άλλα λόγια ήταν η δεύτερη πόλη της τότε μικρής Ελλάδας, μετά την Αθήνα. Διέθετε λιμάνι που ήταν η μοναδική πύλη προς τον Δυτικό κόσμο, μέχρι, σταδιακά, να αναπτυχθεί ο Πειραιάς εκμεταλλευόμενος τα ευεργετήματα της διάνοιξης του ισθμού της Κορίνθου.
Η διακίνηση της σταφίδας έφερε πλούτο στην πόλη, με αποτέλεσμα να αποκαλείται από ντόπιους και ξένους «πόλη του εμπορίου». Μέσα στα πολλά στρατηγικά πλεονεκτήματα που διέθετε, ήταν και τα δύο Γυμνάσιά της, με ότι συνεπάγεται αυτό (το Α΄ Γυμνάσιο από το 1838 και το Β΄ από το 1881).
Με αυτές τις προϋποθέσεις έγινε πόλος έλξεως όχι μόνο για τους κατοίκους της Αχαΐας, αλλά και για πολλούς άλλους από διάφορα μέρη, που αναζητούσαν εργασία και μια καλύτερη τύχη, καθώς και από αρκετούς Ευρωπαίους. Οι μεγαλύτερες κοινότητες των εποίκων προέρχονταν από την Ήπειρο (Δρόβιανη), Χίο, Γορτυνία (Δημητσάνα), Καλαβρυτοχώρια, Κρήτη και τα Ιόνια νησιά.
Η άνθιση αυτή έφερε και πολλούς νέους στην πόλη, από ηλικίας μόλις 16 ετών, κυρίως από την Αρκαδία και την Αιτωλοακαρνανία, οι οποίοι δούλευαν σκληρά κάτω από ανθυγιεινές συνθήκες.
Προέκταση αυτής της εσωτερικής μετανάστευσης και της ανάδειξης της πλούσιας ανώτερης τάξης ήταν ο «θεσμός» του αποκαλούμενου ‘’υπηρέτη’’. Ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε κυρίως ανήλικα αγόρια, που είτε δούλευαν εσώκλειστα σε πλούσια σπίτια ή διέμεναν στους ανθυγιεινούς χώρους εργασίας και σταδιακά μετέπιπταν σε ανειδίκευτους εργάτες. Κατά τα άλλα, ο θεσμός της κοπέλας υπηρέτριας, με την κυριολεξία του όρου, ήταν στα πάνω του.
Χαρακτηριστικό της ανάδειξης της πόλης σε πόλη του εμπορίου με πολυπολιτισμική χροιά, είναι και η θεαματική αύξηση του πληθυσμού της, που επιλεκτικά και ενδεικτικά παρατίθεται.
Στις παραμονές του 1821 κατοικούσαν 28.700 χριστιανοί και 3.533 Οθωμανοί. Η μετεπαναστατική Πάτρα αριθμούσε μόλις 4.000 ψυχές. Το 1870 ο πληθυσμός ανερχόταν στις 16.641 κατοίκους και δύο χρόνια μετά, με την εισροή εσωτερικών μεταναστών και την εγκατάσταση αρκετών Ευρωπαίων, ο πληθυσμός της πόλης εκτινάσσεται στις 21.190 κατοίκους. Ακολούθησε ραγδαία άνοδος και το 1879 ο πληθυσμός διαμορφώθηκε στις 24.494 και το 1895 στις 35.000 κατοίκους.

Δήμαρχοι Πάτρας για την περίοδο του τελευταίου τέταρτου του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα διετέλεσαν :
Γεώργιος Ρούφος (1870 – 1874 και 05.04.1874 – 05.04.1875)
Π. Ρουπακιώτης (06.04.1875 – 07.06.1875)
Περικλής Καλαμογδάρτης (08.06.1875 – 07.04.1879)
Αθανάσιος Κανακάρης (08.04.1879 – 02.07. 1883)
Δημήτριος Πατρινός (03.07.1883 – 30.09.1887)
Γεώργιος Ρούφος (01.10.1887 – 07.07.1891)
Αριστομένης Κοντογούρης (08.07.1891 – 11.09.1895)
Αθανάσιος Κανακάρης Ρούφος (12.09.1895 – 05.09.1899)
Δημήτριος Βότσης (06.09.1899 – 07.09.1903 και 08.09.1903 – 01.07.1907)
Δημήτριος Βότσης (02.07.1907 – 09.02.1914)

(συνεχίζεται)

Προτεινόμενα άρθρα