Σ. Σιδηροπούλου-Καραγιώργου: 101 χρόνια μνήμης

Γράφει η Σοφία Σιδηροπούλου-Καραγιώργου

19 Μαΐου, έκλεισε και αυτή η μέρα μνήμης για την γενοκτονία των Ποντίων, το ημερολόγιο δείχνει 20 και σκέφτομαι ότι κάθε μέρα καθ’ όλη την διάρκεια του χρόνου πρέπει να είναι μέρα μνήμης όταν το γένος μας κατακρεουργήθηκε, όταν οι δικοί μας άνθρωποι βγήκαν μέσα απ’ την φωτιά μα άφησαν πίσω τα κομμάτια τους .

Είχα την τύχη να έχω προγόνους με βαθιά ριζωμένη την Ελληνική τους καταγωγή στο DNA.

Η γιαγιά μου από την πλευρά του πατέρα μου ήταν περήφανη γιατί είχε συμπατριώτη τον Άγιο Βασίλη, ήταν από την Καισάρεια. Μακάρι να είχα την ωριμότητα να καταγράψω τις ιστορίες που μου έλεγε, ακόμη και στα παραμύθια της ο δράκος φορούσε τουρκικό φέσι. Ήταν πολύ σκληρός και ιδιότροπος άνθρωπος και αυτό μ’ έκανε να μην είμαι πολύ «κοντά» της. Τώρα μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει, από τότε που «έφυγε», σκέφτομαι ότι ήταν σκληρή η ζωή της… κι έτσι αναγκάστηκε να σκληρύνει και η ίδια για να επιβιώσει. Σώθηκε από μια Αμερικάνα που έβαλε να την τραβήξουν από την θάλασσα γιατί την λυπήθηκε και θέλησε να την υιοθέτηση. Η γιαγιά μου έκλαιγε και δεν ήθελε γιατί πίστευε ότι θα έβρισκε τους δικούς της… μάνα, πατέρα, αδερφό. Δεν τους βρήκε ποτέ, μεγάλωσε μόνη της. Την κυνηγούσε η εικόνα ανθρώπων που προσπαθούσαν να πιαστούν από βάρκες η ν’ ανέβουν στα καράβια και τους έκοβαν τα χέρια. Η θάλασσα πλημμυρισμένη από ανθρώπους μισοπνιγμένους και σκοτωμένους, άλλοι επέπλεαν μπρούμυτα και άλλοι κοιτούσαν μ’ ανοιχτά παγωμένα μάτια τον ουρανό. Η κόλαση ζωντανή έτοιμη να καταβροχθίσει τους κατατρεγμένους.

Παντρεύτηκε και έκανε δικό της σπιτικό σε μια πατρίδα αφιλόξενη, σε ένα μέρος που οι ντόπιοι για χρόνια έβλεπαν τους νεόφερτους σαν «ματζίρηδες». Όταν μου έλεγε της ιστορίες της προσφυγιάς της, είχε την συνήθεια να πιάνει τους λοβούς των αυτιών της και να τους τρίβει, ήταν κομμένοι καθώς της άρπαξαν τα σκουλαρίκια τραβώντας τα.

Δεν είχε χάσει την ελπίδα ότι θα έβρισκε τον αδερφό της, μόνο τα παιδιά της έχανε ένα ένα. Βλέπεις, όσο ήταν εν ζωή έχασε τα 4 από τα 5, μαζί και τον άντρα της .

Κάθε απόγευμα έβαζε ένα ράδιο που είχαμε στο σπίτι και άκουγε τις ανακοινώσεις του Ερυθρού Σταυρού, όσο άκουγε έβαζε το χέρι της μέσα απ’ την μαντήλα της και έπιανε σφιχτά τον κομμένο λοβό του αυτιού.

«Η Ευρώπη Σιδηροπούλου αναζητά τον αδερφό της Μ. Αμανατίδη που χάθηκε ερχόμενος από την Καισάρεια στην Ελλάδα. Στην κοιλιά του έχει ένα μεγάλο κάψιμο».

Μια ωραία ημέρα ήρθε ένα γράμμα από τον Ερυθρό Σταυρό και συγχρόνως από έναν κύριο. Δεν ξέρω ακριβώς τι γράφανε αλλά υπήρξε μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι. Σε 10 ημέρες περίπου έφτασε ένας άνδρας. Ο Πατέρας μου τον καλωσόρισε, η γιαγιά στεκόταν αμίλητη και παγωμένη. Τον κοιτούσε προσεκτικά, τα μαλλιά, τα χέρια του, τα μάτια, άρχισε να του κάνει ερωτήσεις. Πως ήταν το σπίτι τους, πως λέγανε την μάνα, τον πατέρα, την γειτόνισσα, που ήταν το παρχάρι τους… Αυτός απαντούσε αμέσως, όμως είχαν περάσει 40 χρόνια. Τον έβρισκε μετά από 40 χρόνια και ήθελε να είναι 100%σίγουρη. Τον ρώτησε αν του είχε συμβεί κάποιο ατύχημα όταν ήταν μικρός και αυτός σήκωσε την μπλούζα του και την κοίταζε στα μάτια. Η γιαγιά μου κοιτούσε το καμένο δέρμα σαν να έβλεπε ένα χάρτη με χαραγμένη επάνω του την πορεία της ζωής τους.

Λύθηκε, λύγισαν τα πόδια της, ποτάμια δάκρυα και από τους δύο και μια γέφυρα τα χέρια τους ένωσε σφιχτά το τότε και την στιγμή σαν να μην μεσολάβησαν 40 χρόνια, σαν να προσπαθούσαν να ξαναδέσουν τα χαμένα κομμάτια των άγνωστων ζωών τους. Όσες μέρες έμεινε ήταν συνέχεια ο ένας δίπλα στον άλλον, μιλούσαν ασταμάτητα, με κάποιον μαγικό τρόπο, εκεί που μιλούσαν για την Πατρίδα ανακάτευαν κομμάτια της μετέπειτα ζωής τους.

Η ζωή όμως μια φορά σκληρή, πάντα σκληρή, της έφερε εκείνη την χρονιά τον αδερφό και της πήρε τον γιό…

Προτεινόμενα άρθρα