Page Nav

HIDE
HIDE

Grid Style

GRID_STYLE

Post/Page

FALSE

Weather Location

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

latest

Κ. Κατσουλάρης: «Ας μην χρησιμοποιούμε τα προβλήματα ως πρόσχημα για αδράνεια»

Ο συγγραφέας Κώστας Κατσουλάρης την ερχόμενη Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου θα βρίσκεται στη Ναύπακτο, καλεσμένος του 2ου Λυκείου, για να παρουσ...


Ο συγγραφέας Κώστας Κατσουλάρης την ερχόμενη Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου θα βρίσκεται στη Ναύπακτο, καλεσμένος του 2ου Λυκείου, για να παρουσιάσει το τελευταίο του βιβλίο «Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά». Σήμερα μιλά στην «Ε» για τους πρωταγωνιστές και το πώς εμπνεύστηκε την ιστορία τους, για την Ελλάδα της κρίσης, το τι έφερε αλλά και το τι όχι, για τους «πλούσιους» και τους «φτωχούς» της καλής οικονομικά περιόδου, αλλά και για την εκπαίδευση στην ανάγνωση, η οποία δεν υφίσταται στα σχολεία. 

Κύριε Κατσουλάρη, ένας μαθητής αποφασίζει να διακόψει το σχολείο κι ένας καθηγητής του ψάχνει το γιατί. Κι όλο αυτό, με πολλές προεκτάσεις φυσικά, γίνεται βιβλίο από εσάς. Τα ερεθίσματα για να προχωρήσετε στη συγγραφή του ποια είναι; 
Το αρχικό ερέθισμα είχε να κάνει με έναν άντρα που έχει υποστεί μια δυσβάσταχτη προσωπική απώλεια. Και στον οποίο, όπως το βιώνει αυτός, προσφέρεται μια δεύτερη ευκαιρία. Μια ευκαιρία να επανορθώσει, να ξαναπιάσει το χαμένο νήμα, να κάνει τα πράγματα σωστά τούτη τη φορά. Τα υπόλοιπα, η σχέση δασκάλου-μαθητή, το πλαίσιο των κοινωνικών συγκρούσεων, η Ιλιάδα ως κοινό «έδαφος», ήρθαν στην πορεία.

Διαβάζοντας κάποιος την περίληψη της ιστορίας του βιβλίου, και χωρίς να έχει προχωρήσει στην ανάγνωσή του, δεν μπορεί παρά να σταθεί στο ερώτημα: τι ιδιαίτερο μπορεί να έχει η σχέση ενός εκπαιδευτικού με το μαθητή του; Χωρίς να είστε εκπαιδευτικός… μήπως η συγκεκριμένη σύνδεση έχει «αποστειρωθεί» τελείως; 
Η σχέση εκπαιδευτικού-μαθητή, όπως και το αντίστροφο, είναι πολύπλοκη, γιατί εκβάλλουν σε αυτήν πολλές και διαφορετικές δυναμικές, σε συνάρτηση και με τα φύλα των εμπλεκομένων. Στη δική μας περίπτωση, υποβόσκει οπωσδήποτε μια λανθάνουσα σχέση πατέρα-γιου, που είναι ταυτόχρονα και ανταγωνιστική, λόγω της εφηβικής ηλικίας του μαθητή. Αλλά αυτό που αναδεικνύεται ως πλεονάζον υλικό, μας έρχεται από την «πίσω σκηνή» του καθενός: είναι φαντάσματα που φέρουν μέσα τους κι επηρεάζουν τη μεταξύ τους σχέση, τη «διαβρώνουν». Παράλληλα, βλέπουμε πώς το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, διάφορες ομάδες, συχνά ακραίες, στις οποίες εντάσσονται αρκετοί νέοι, διαμορφώνει στάσεις ή και «πόζες» απέναντι στο σχολείο, στις δομές εξουσίας.
Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ερώτημα, οι συγγραφείς υιοθετούμε «ταυτότητες», και δουλειά μας είναι να το κάνουμε με πειστικό τρόπο, διαφορετικά θα περιοριζόμασταν στα στενά βιώματά μας. Το πώς επιτυγχάνεται αυτό, ποια ψυχική διαθεσιμότητα απαιτείται και τι είδους εργαλεία, είναι μια μεγάλη κουβέντα. Τελικός κριτής, όσο καλές κι αν είναι οι δικές μας προθέσεις, είναι πάντως ο αναγνώστης.

Και μιας και ο λόγος για το σχολείο… θεωρείτε ότι τα παιδιά αποκτούν κουλτούρα ανάγνωσης από αυτό; Ή η όποια κλίση τους προκύπτει από άλλους παράγοντες;
Γίνονται προσπάθειες από πολλούς, αλλά η εποχή μας ξεπερνά. Όπως όλοι γνωρίζουμε, από το γυμνάσιο κιόλας, το φάντασμα των Πανελλαδικών πλανάται πάνω από τη μαθησιακή διαδικασία, ορίζοντας προτεραιότητες, διαμορφώνοντας νοοτροπίες. Ό,τι δεν συγκλίνει σε αυτόν τον στόχο, μπαίνει συχνά σε δεύτερη μοίρα, τόσο από τους γονείς (που έχουν ευθύνη) όσο και από την εκπαιδευτική κοινότητα. Από φίλους πανεπιστημιακούς, και μάλιστα σε φιλολογικά τμήματα, ακούω ότι το επίπεδο των μαθητών σε επίπεδο σύνταξης και γλωσσικής έκφρασης είναι τόσο απογοητευτικό ώστε σκέφτονται να οργανώσουν υποστηρικτικά μαθήματα στο πρώτο έτος. Οι φιλόλογοι, καμιά φορά, δεν στέκονται στο ύψος της αποστολής τους, ενίοτε ούτε οι ίδιοι έχουν σταθερή και βαθιά σχέση με το βιβλίο και την ανάγνωση. Ποιος θα εμπνεύσει στα παιδιά την αγάπη για τα γράμματα; Πολλά εξαρτώνται από εμάς τους ίδιους. Όπως γνωρίζετε, εδώ έχω έρθει καλεσμένος ενός σχολείου, ενός λυκείου. Μέσα σε κάθε «σύστημα», υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται, κι αυτοί δείχνουν έναν διαφορετικό δρόμο. Αυτό κάνει κι ο ήρωας του βιβλίου μου, δεν παραιτείται. Ας μην χρησιμοποιούμε τα προβλήματα ως πρόσχημα για αδράνεια.

Γράφετε για την Ελλάδα της κρίσης, την Ελλάδα που ο αναγνώστης ζει. Αυτό ως συνθήκη κάνει πιο δύσκολο ή πιο εύκολο το έργο σας; 
Η δυσκολία όταν καταπιάνεσαι με την τύρβη της επικαιρότητας είναι πώς θα καταφέρεις να αρθείς πάνω από αυτήν. Να αποφύγεις την εύκολη κριτική, τον απλουστευτικό λόγο, τις γενικεύσεις. Καθήκον του συγγραφέα είναι να ζωντανεύσει το υλικό του με ό,τι του προσφέρει η εποχή του, και ταυτόχρονα να καταφέρει να το αποσπάσει από αυτήν, να μην της υποταχτεί πλήρως, κι ας είναι παιδί της. Όλα αυτά είναι πράγματι δύσκολα στοιχήματα, αλλά δεν υπάρχει τίποτε εύκολο στην τέχνη που επιζητά τη διάρκεια.

Αναφέρετε σε μία συνέντευξή σας, με αφορμή το βιβλίο, ότι «υπήρχε μια εποχή σε αυτή τη χώρα, όχι πολύ μακρινή, που μπορούσες να είσαι φτωχός και αξιοπρεπής». Διαβάζοντάς τη, σας ομολογώ ότι μου καρφώθηκε στο μυαλό. Μπορείτε να μας την εξηγήσετε λίγο περισσότερο, και κυρίως γιατί, έτσι όπως το λέτε, αυτό δεν ισχύει πλέον; 
Έχω την αίσθηση πως μια από τις χειρότερες επιπτώσεις της Ελλάδας του νεοπλουτισμού και του life style είναι ότι συνετέλεσε στη ραγδαία αλλαγή ηθών και προτύπων, και μάλιστα με σαρωτικό τρόπο. Η οικονομική επιτυχία έγινε μια μορφή νεύρωσης, κι έφτασε στο απόγειό της με τον «πυρετό» του χρηματιστηρίου στα τέλη της δεκαετίες του ΄90.  Όποιος δεν κατάφερνε να συμβαδίσει, αισθανόταν αποτυχημένος, παρίας. Έτσι, ένα είδος έντιμου ανθρώπου, που μπορούσε μέχρι πρότινος να αισθάνεται καλά με τον εαυτό του και τις επιλογές του, βρέθηκε εκτεθειμένος, αδικαίωτος, χωρίς ηθική πλαισίωση. Τον αποκάλεσαν ανόητο, αφελή, looser. Αλίμονο, όμως… Δεν εξωραΐζω τη φτώχεια, ούτε βλέπω σε αυτήν κάτι το ρομαντικό ή το εκ προοιμίου αγνό και καλό.

Στην Ελλάδα της κρίσης, διαπιστώνουμε ότι υπάρχει η τάση των νέων κυρίως ανθρώπων να εντάσσονται σε ομάδες. Μέσω αυτών, προφανώς κάτι επιδιώκουν, κάτι τους σπρώχνει προς τα εκεί. Κι εκεί κάπου αρχίζει η «μάχη» των αντίπαλων «στρατοπέδων». Έχει λύση το συγκεκριμένο φαινόμενο; 
Η στροφή προς συλλογικές δράσεις, η ανάγκη να ξαναδεί κανείς το κοινωνικό του πρόσωπο, να ξαναγίνει πολίτης, θα μπορούσε να είναι ένα κέρδος από την κρίση. Το πλαίσιο της «αγανάκτησης», όμως, μια φιλοσοφία που αναζητά τα αίτια κάθε κακοδαιμονίας πάντοτε κάπου «έξω», σε «σκοτεινές δυνάμεις», δεν μας βοηθά να αναλάβουμε την ευθύνη του εαυτού μας και της ζωής μας. Ομοίως, η διολίσθηση πολλών νέων στον εξτρεμισμό δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις, πρωτίστως για τους ίδιους, ενώ στενεύει αποκαρδιωτικά τους ορίζοντές τους. Καλλιεργείται, στο πλαίσιο αυτών των εξτρεμισμών, μια κουλτούρα της βίας, μια λατρεία της, λες και όλα τα προβλήματα θα εξαφανιστούν αν ανοίξουν μερικά κεφάλια ακόμη ή αν καούν μερικά αυτοκίνητα. «Λύση» δεν θα έρθει με μαγικό τρόπο. Τους νέους τους χάνουμε όταν οι ενήλικες δεν καταφέρνουμε να νοηματοδοτήσουμε τη ζωή τους, όταν δίνουμε την εντύπωση ότι ο κόσμος μας είναι περιορισμένος και επιφανειακός, χωρίς έρμα και ηθική πυξίδα.

Οι σχέσεις των δύο ηρώων περνούν μέσα και από την ανάγνωση της Ιλιάδας. Ο λόγος που θελήσατε να μιλήσετε και μέσα από αυτή, μην μένοντας μόνο στα όσα ζουν οι ήρωες και στις «τώρα» προεκτάσεις τους; 
Η Ιλιάδα μου «επιβλήθηκε» από τη στιγμή που άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι το βιβλίο μου έχει να κάνει και με το ζήτημα της ισότιμης αναγνώρισης του αντιπάλου, αλλά και με τις διαδικασίες του πένθους, το πώς μπορεί αυτές να ολοκληρώνονται, να οδηγούν σε καταλάγιασμα, σε αποδοχή των τετελεσμένων. Στην πορεία, το ίδιο το αρχαίο κείμενο, με τις πολλαπλές «φωνές» του, συναντήθηκε με το δικό μου, οπότε το στοίχημα ήταν πώς θα μπορέσει να σμίξει αρμονικά ένας προφορικός λόγος που έρχεται από το βαθύ παρελθόν με αφηγήσεις της σημερινής, διόλου ηρωικής καθημερινότητας.

Η επόμενή σας συγγραφική εργασία είναι σε εξέλιξη; Μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτή σήμερα; 
Θα ήταν κάπως πρόωρο.

Και τέλος, μιας και αφορμή της συζήτησής μας είναι ο ερχομός σας στη Ναύπακτο, όταν ακούτε το όνομα της πόλης μας ποιο είναι τα πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο μυαλό;   
Η εικόνα που μου έρχεται πρώτη είναι από την τελευταία φορά που επισκέφτηκα τη Ναύπακτο, το περασμένο καλοκαίρι. Γλυκιά αυγουστιάτικη νύχτα, λίγα μέτρα από τη θάλασσα, το κάστρο ψηλά, ένα κρασί με αγαπημένους ανθρώπους, με μπουλούκια νέους και νέες να βουίζουν τριγύρω μας. Η αίσθηση μιας πόλης με βαριά ιστορία, που όμως παραμένει πολύ ζωντανή, πολύ δυναμική.

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Εμπρός» 

Το βιβλίο
Αθήνα, Σεπτέμβριος 2013: ο 15χρονος Νάσος, ο πιο χαρισματικός μαθητής του γυμνασίου, δεν εμφανίζεται την πρώτη μέρα στο λύκειο. Ο μόνος που δεν αποδέχεται ως "φυσικό φαινόμενο" την εξαφάνιση του παιδιού είναι ο φιλόλογός του Αργύρης Σταυρινός, με τον οποίο τον συνδέουν πολλά περισσότερα από το πάθος τους για την Ιλιάδα.

Κι ενώ στην πόλη αθροίζονται τα θύματα ενός ακήρυχτου "κοινωνικού πολέμου", ο Αργύρης θα βρεθεί μπροστά σε ένα κουβάρι από πολλαπλά νήματα που τον οδηγούν άλλοτε σε νυχτερινές περιπλανήσεις στα στενά του Κολωνού κι άλλοτε αντιμέτωπο με τα φαντάσματα μιας οδυνηρής προσωπικής ήττας.

Πού όμως τελειώνει το ατομικό τραύμα και πού αρχίζει το συλλογικό; Πόσος "ηρωικός κόσμος" μπορεί να χωρέσει στην παρωδία της ελληνικής καθημερινότητας; Κι αν η αγάπη είναι "το κοινότερο νόμισμα", γιατί είναι τόσο δύσκολο να το αποκτήσουμε;


Δεν υπάρχουν σχόλια

Ads Place