Page Nav

HIDE
HIDE

Grid Style

GRID_STYLE

Post/Page

FALSE

Weather Location

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

latest

Ναυπακτιακά αφηγήματα: Αποκριάτικα

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου  Μασκαράδες! Σκυλαραίους τους έλεγε η μάνα μου. Άνοιγαν τα μπαούλα αυτές τις μέρες. Εκεί μέσα ήταν όλα μαγ...

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου 

Μασκαράδες! Σκυλαραίους τους έλεγε η μάνα μου. Άνοιγαν τα μπαούλα αυτές τις μέρες. Εκεί μέσα ήταν όλα μαγικά. Μια παλιά κουρτίνα θα γινόταν νυφικό, μια κάλτσα θα γέμιζε στάχτη να γίνει το θυμιατήρι του παπά. Ένα παλιακό κοστούμι για γαμπριάτικο, λελουδικό στη μποτουνιέρα από τη γλάστρα της αυλής. Η πλέχτρα με τα σκόρδα, στέφανα για τους νεονύμφους. Ρόμπες λουλουδάτες, αμερικάνικα φανταχτερά ρούχα της ούνδρας για τις συμπεθέρες. Μαξιλάρια για τις καμπούρες των γέρων και τις κοιλιές των γκαστρωμένων. Τα φλοκάτα ταπέτα της μάνας μου για την αρκούδα, ντέφι και γαρούφαλο στ'αυτί για τον αρκουδιάρη. Μασκαρέματα γεμάτα κέφι και φαντασία. Έτσι απλά! Χωρίς έξοδα και στολές καταπώς είναι της μοδός την σήμερον ημέραν. Και η ετερόκλητη κομπανία των μικρών και μεγάλων μασκαράδων έτοιμη, να πάρει τις ρούγες και τα σπίτια σβάρνα... Απρόσκλητη!

Οι νοικοκυραίοι, άνοιγαν τα σπίτια τους με χαρά, χωρίς δισταγμό. Μας περίμεναν. Προσπαθούσαν να μαντέψουν ποιός είναι πίσω απ' τη μάσκα, την κάλτσα ή το μαντίλι. Νόμος, δεν «ξεσκεπάζουμε» το μασκαρά με το ζόρι. Γελούσαν με τα καμώματά μας και 'μείς με την έκπληξή τους, όταν γινόταν η αποκάλυψή μας. Κερνούσαν μεζέ, πίτα και τους μεγαλύτερους κρασί. Η Αργυροπουλίνα στα Προσφυγικά, μας φίλευε γαλακτομπούρεκο με την παράκληση να μην πετάξουμε κομφετί (προ ηλεκτρικής σκούπας). Η κυρία Λένα μας καλοδεχόταν στο ωραίο της σπιτικό. «Μόνο μη θυμιατίσει ο παπάς σας» έλεγε γελώντας, προσφέροντάς μας σοκολατάκια. Η μάνα μου έφτιαχνε μακαρονόπιτα με πολλά αυγά και γλίνα, για τους μασκαράδες που θα περνούσαν από το σπίτι μας.

Μια φορά μόνο φοβήθηκα τους σκυλαραίους. Ήρθαν αργά. Γινόταν ο δρόμος για τη Βομβοκού. Η μπουλντόζα ξέθαψε ένα κρανίο, ο Θωμάς το γέμισε με γύψο, κοτσάρησε ένα μικρό κοντάρι να το κρατάει και ντυμένος με ένα άσπρο σεντόνι κατέφτασε με την παρέα του. Εμένα μου θύμισε το «Λάζαρε δεύρο έξω» και να το κλάμα! Τα σπίτια όλων μας, γέμιζαν κομφετί και σερμπατίνες. Κακά τα ψέματα. Και ο ίδιος ο Θεός θα χρειαζόταν πολύ περισσότερες από έξι εργάσιμες να βάλει τάξη σε 'κείνο το χάος.

Μετά το φαγητό της Τυρινής, στο αναμμένο τζάκι, στεριώναμε στη στάχτη ο καθένας το αυγό του για να ψηθεί. Οποιανού αυγό ίδρωνε, λέγαμε πως είναι γερός και δυνατός. Αν το αυγό έσκαγε, λέγαμε είναι νευρικός. Το παιχνίδι- έθιμο της ημέρας ήταν ο «Χάσκας». Στον πλάστη, έδενε ο πατέρας μια κλωστή και στην άκρη της ένα βρασμένο, καθαρισμένο αυγό. Καθόμασταν στις θέσεις μας με τα χέρια πίσω. Το αυγό περιφερόταν κοντά στο στόμα μας και προσπαθούσαμε να το χάψουμε. Ο νικητής ήταν και ο τυχερός!

Μεταπολεμικά στη Ναύπακτο, 1950-1955 γινόταν καρναβάλι την Καθαρά Δευτέρα. Ο πρώτος αποκριάτικος χορός, έγινε στην Παπαχαραλάμπειο Βιβλιοθήκη, πριν γεμίσει βιβλία και πάρει τη σημερινή της μορφή. Διοργανωτές, το επταμελές συμβούλιο της φιλοπτώχου με την επί πολλά χρόνια πρόεδρό της, Ιουλία Κοζώνη-σύζυγο Ανδρέα Κοζώνη- την Κοζώναινα. Με πάντα ζωντανή μουσική, τον χορό τον άνοιγε το συμβούλιο και οι αρχές του τόπου για να ακολουθήσει γλέντι τρικούβερτο, που τράβαγε ως το πρωί. Το φαγητό το αναλάμβανε κάποιο καλό εστιατόριο της πόλης (Σκεύης, Λαουρδέκης κ.α.). Ξεχωριστή θέση στη συνεστίαση είχαν τ' αυγά και οι σοκολάτες. Φέρναν από την Πάτρα ξύλινα μπαουλάκια, με κέρινα αυγά γεμάτα κομφετί. Προμηθεύονταν και σοκολάτες. Αυτά, η επιτροπή τα πουλούσε στους παρευρισκομένους για να τα πετάξουν και να διασκεδάσουν. Τα έσοδα προορίζονταν για το φιλόπτωχο ταμείο. Παιδιά, που οι γονείς τους είχαν πάει στον χορό, σηκώνονταν πρωί- πρωί να δουν πόσες σοκολάτες τους είχαν φέρει.

Συνεχίστηκαν οι αποκριάτικοι χοροί στην Παπαχαραλάμπειο αίθουσα, με διοργανωτές τη φιλόπτωχο αλλά και τα Τ.Ε.Α. Το πρώτο Σάββατο της αποκριάς η φιλόπτωχος, το δεύτερο τα Τ.Ε.Α. Την επόμενη χρονιά άλλαζε η σειρά. Στη σκηνή, έπαιρνε θέση η «Ευρωπαϊκή» ορχήστρα. Κάτω- εμπρός στη σκηνή-τοποθετούσαν ξύλινο δάπεδο να καλύψουν το επικλινές και να γίνει η πίστα επίπεδη. Στην υπόλοιπη αίθουσα έμπαιναν τραπεζοκαθίσματα. Ειδικοί από την Πάτρα, αναλάμβαναν τον στολισμό  που ήταν φαντασμαγορικός, με γιρλάντες και αποκριάτικες φιγούρες στο ταβάνι και τους τοίχους! Οι γυναίκες με φροντισμένη κόμμωση, κομψές εξώπλατες μακριές τουαλέτες και εσάρπες να ζεσταίνουν τους αβρούς τους ώμους! Οι άνδρες με κοστούμι, ξενόκουμπα στα μανίκια του πουκαμίσου, γραβάτα ή παπιγιόν! Επίσημη βραδιά- επίσημο ένδυμα! Πάντα υπήρχε και η ατραξιόν. Μασκαρεμένοι που τραβούσαν το ενδιαφέρον όλων. Μια χρονιά- τέσσερις γυναίκες- μεταμφιέστηκαν σε δυο ζευγάρια «Άγγελοι- Διάβολοι». Όλο τα βράδυ χορεύανε, χωρίς κανένας να τους αναγνωρίσει. Ήταν κι αυτό ένα στοίχημα!

Μασκέ πάρτυ γίνονταν και στα σπίτια, δίνοντας την ευκαιρία σε φίλους και συγγενείς να γιορτάσουν και να ξεφαντώσουν παρέα. Χοροεσπερίδες έκαναν επίσης οι Οδηγοί- Πρόσκοποι με αποκορύφωμα τον παιδικό τους χορό. «Πινέζα» η απάντηση της μικρούλας Ναυπάκτιας- Κινέζας στην ερώτηση «Τι έχεις ντυθεί κούκλα μου»;

Την Τσικνοπέμτη οι γλεντζέδες θα το «καίγανε» με δημοτική ορχήστρα στου Σατλάνη. Κέντρο απέναντι από τον Άγιο Δημήτριο, κατεβαίνοντας τα σκαλάκια δεξιά. Δήλωναν τη συμμετοχή τους οι παρέες για να εξασφαλίσουν τραπέζι αλλά να κανονιστεί και η ποσότητα του φαγητού. Την Καθαρά Δευτέρα για τους «έχοντες τον τρόπο», παραδοσιακά κούλουμα στο Μοναστηράκι. Οι άλλοι στις γύρω εξοχές με τα νηστίσιμα στο καλάθι. Χαρταετός! Ξυσμένα  πηχάκια καλαμιού, χαρτί, αλευρόκολλα, σχοινί, ουρά, καλά ζύγια και αμόλα καλούμπα!

Γλεντούσαν οι Ναυπάκτιοι όπως το καλούσαν οι μέρες, μέσα στην άναγκη τους να ξεφύγουν - έστω και για λίγο- από τη μέγγενη της καθημερινότητας, τη σκλαβιά της ρουτίνας τους. Ο καθείς με τον τρόπο του. Γιατί «Όλοι είχανε καρδιά λαός και Κολωνάκι».

Καλές απόκριες- Καλή Σαρακοστή Πατριώτες!

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «Εμπρός» 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ads Place