Page Nav

HIDE
HIDE

Grid Style

GRID_STYLE

Post/Page

FALSE

Weather Location

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

latest

Ένας λαγοκυνηγός από τα παλιά…

Του Λάζαρου Ευθυμιόπουλου Ο Γιάννης Καραδημας γεννήθηκε στο Μολυκρειο του δήμου Ναυπακτίας το   έτος 1933. Το δεύτερο από τα πέντε ...


Του Λάζαρου Ευθυμιόπουλου

Ο Γιάννης Καραδημας γεννήθηκε στο Μολυκρειο του δήμου Ναυπακτίας το  έτος 1933. Το δεύτερο από τα πέντε παιδιά της οικογένειας που επέλεξε να μείνει στο χωριό, την εποχή που η Αθήνα ήταν μεγάλο δέλεαρ για τους επαρχιώτες. Ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία και την γεωργία μια πολύ δύσκολη εποχή μιας και η τεχνολογία και συγκεκριμένα το τρακτέρ ή τα αρμεκτήρια δεν είχαν περάσει ακόμα κάτω από τον Ισθμό της Κορίνθου, για οικονομικούς λόγους .Με τα άλογα θυμάται ότι έκανε χωράφι από το πρωί μέχρι το βράδυ και συνέχιζε όλο το φθινόπωρο. Η μόνη διασκέδαση που συνδυαζόταν με βιοποριστικούς λόγους ήταν το κυνήγι του λαγού, κυρίως, αλλά και των επιβλαβών όπως η αλεπού και το κουνάβι που τότε ήταν επικηρυγμένα με χρηματικό ποσό που εξασφάλιζε, αν δεν υπήρχε άλλη ανάγκη, την αγορά μπαρουτιού και των υπολοίπων αναλωσίμων του κυνηγιού. Χαρακτηριστικά λένε για εκείνη την εποχή ότι πολλοί πάντρευαν κορίτσια από τα έσοδα των επικηρύξεων, έχοντας βέβαια και μια δόση υπερβολής.

Η ομάδα των κυνηγών αποτελούνταν από των αείμνηστο Κωνσταντίνο Μπέσσα (ήταν ο άνθρωπος που πήρε τον γράφοντα το άρθρο, στα αρχικά του βήματα και τον μύησε στο κυνήγι), τον αείμνηστο Ανδρέα Σαλαμούρα από τον Αγραπιδόκαμπο, μετέπειτα άριστο γουρουνοκυνηγό, και από το 1973 μπήκε στην ομάδα και ο Λεωνίδας Αγγελόπουλος όταν επέστρεψε στην Ελλάδα από τον Καναδά. Η ομάδα αποτελούνταν από “αετούς “ όπως λέει ο μπάρμπα Γιάννης. Γνώριζαν τον τόπο και τα κόλπα του λαγού άριστα οπότε δύσκολα οι λαγοί τους έφευγαν. Η κυρία Ελένη κόρη οικογένειας αγροτοκτηνοτρόφων με παράδοση στο κυνήγι και μετέπειτα σύζυγος του μπάρμπα Γιάννη θυμάται ότι δεν έλειπε ποτέ ο λαγός από το σπίτι.

Ο μπάρμπα Γιάννης ξεκίνησε να κυνηγά το 1948 με ένα μπροσθογεμές δίκαννο. Τα γεμίσματα ήταν με μαύρη μπαρούτι, για τάπες έβαζαν μεσοπάνια, όπως λέει τη φόδρα από τα σακάκια, και για σκάγια είχαν αρκετές επιλογές. Αυτές ήταν κομμένες πρόκες, κομμάτια από αγκαθωτό σύρμα και σπανιότερα σκάγια του εμπορίου. Κάποιες φορές έλιωναν μολύβι, το έριχναν από μπαλκόνι στη γη για να πάρουν στον αέρα κυκλική μορφή και κάτω υπήρχε λεκάνη με νερό να κρυώσουν και να διατηρήσουν τη σφαιρικότητά τους. Μετά τα κοσκίνιζαν μέσα από αυτοσχέδια κόσκινα για να ξεχωρίσουν τα διαμετρήματα.

Τα ζαγάρια (όπως λέει τα κυνηγόσκυλα) της παρέας ήταν δύο ή και τρία, πάντα πολύ καλά και ξεκινούσαν εύκολα στο λαγό μιας και τα εκπαίδευαν τα ηλικιακά μεγαλύτερα. Συνήθως τα ζαγάρια κυκλοφορούσαν ελεύθερα και τα έδεναν μόνο αποβραδίς όταν την επόμενη είχαν κανονίσει εξόρμηση. Χαράματα έφταναν στα εικονίσματα (τοπονυμία) τα μέλη της παρέας και πολύ σύντομα άρχιζε το κυνήγι. Πότε πήγαιναν στις αετοράχες, την Ανάληψη, τον Αι Γιώργη, την Κρεμαση, τα Φραγγέικα και στης Αλέξενας. Τελείωνα νωρίς τις εξορμήσεις και σπάνια δεν έφερναν λαγό για να συνεχίσουν τις αγροτικές τους δραστηριότητες.

Διέκοψε το κυνήγι για 24 μήνες όταν τον κάλεσε στρατιώτη η πατρίδα και από το Μεσολόγγι αρχικά για την βασική εκπαίδευση που θεώρησε τότε τεράστιο ταξίδι μιας και δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο του, μετά πήγε “στας Σερρας “ όπως έλεγαν τότε τις Σέρρες, το Νευροκοπι και την Αθήνα. Θυμάται τα καλά σκυλιά του και το βλέμμα του χάθηκε στο χρόνο μιλώντας για μια σκύλα που του τουφέκισαν οι Γερμανοί όταν τους επιτέθηκε. Είχαν πάει για να του κατασχέσουν το κοπάδι και αφού τον υποχρέωσαν να το πάει στο μαντρί φυσικό ήταν το σκυλί να τους ριχτεί. Ένας Γερμανός σήκωσε το όπλο και το σκότωσε. Θυμάται μετά τον πόλεμο που κυνηγούσαν με τον συγχωρεμένο αδελφό του τον Αχιλλέα γύρω στα μικρά πέτρινα  εικονίσματα της περιοχής χωρίς να ξέρουν ότι από πολύ μακριά τους είδαν οι αντάρτες και έριξαν στο μέρος τους με μια σφαίρα να σταματά στις πέτρες του εικονίσματος και γλύτωσε τότε ο αδελφός του που είχε κρυφτεί πίσω του περιμένοντας το λαγό.
Διηγείται πως μια φορά μικρός μαζί με έναν συνομήλικο του το Διγενή (ψευδώνυμο) πήγαν να κυνηγήσουν λαγό . Αφού ακροβολίστηκαν όπως λέει, κάποια στιγμή μπήκε ο λαγός στην καλάμια. Εκεί έβαλε τα γέλια προκαταβάλλοντας μας ότι κάτι πολύ συγκλονιστικό  συνέβη. Τουφεκάει προς  το λαγό  αλλά αντί να τρέξουν να δουν αν τον χτύπησαν, έβγαλαν τα σακάκια τους που ευτυχώς φόραγαν για να μην τους τσιμπάνε τα κουνούπια για να σβήσουν την φωτιά που πήρε η καλάμια από τις φόδρες που βγήκαν από το τουφέκι. Θυμάται την Μπαρούτο, έτσι έλεγε την τελευταία καλή του σκύλα που ξεκίνησε να κυνηγά και γουρούνια. Ήταν η σκύλα που έγινε η αιτία να δημιουργηθεί μια γουρουνοπαρεα ακόμα στην περιοχή. Την έχασε  κάπου κοντά στην Άνω Χώρα κάτω από περίεργες για την εποχή συνθήκες. Αργότερα ο αείμνηστος αδελφός του όσο ήταν ακόμα στρατιωτικός του έφερε ένα κουτάβι πολύ καλό που έγινε στα χέρια του και στου Λεωνίδα άριστο κυνηγόσκυλο.

Μας είπε πόσο σημαντικό ήταν που κυνηγούσαν και τα επιβλαβή και εκεί απέδιδε την πληθώρα των θηραμάτων της εποχής. Τώρα πλέον τα χρόνια πέρασαν και δεν μπορεί να κυνηγήσει αλλά βγαίνει αγνάντι και ακούει τα σκυλιά του Τάσου και των υπολοίπων συγχωριανών του όταν κυνηγάνε κοντά στο ναό της Ανάληψης ή του Αγ. Γεωργίου.


Θυμάται περασμένα μεγαλεία… Δεν έχει τόσους πολλούς λαγούς όπως τότε λέει γιατί τα περισσότερα χωράφια εγκαταλείφτηκαν και αν μένει κανένας λαγός τον τρώνε οι αλεπούδες που γέμισαν τα ντυμένα της περιοχής. Παλιά υπήρχε οργανωμένη από το κράτος μεριμνά για την κυνηγετική αφθονία με καταπολέμηση των επιβλαβών που πλέον δεν υπάρχει εις βάρος φυσικά των θηραμάτων. Θυμάται που φρόντιζαν να βρίσκουν οι λαγοί φαγητό και να είναι ήσυχοι κατά την αναπαραγωγική περίοδο για να απολαύσουν το κυνήγι τον καιρό που επιτρεπόταν.

Ακούει που η Ναυπακτία πλέον γέμισε λύκους που επιτίθενται στα θηράματα αλλά και στα ζώα των κτηνοτρόφων ακόμα και σε κυνηγετικού σκύλους και αυτό είναι κάτι που τον κάνει να στεναχωριέται γιατί γνωρίζει τι είναι να ξεκληρίζει το κοπάδι ο λύκος και οι κτηνοτρόφοι να μην έχουν καμία προστασία του εισοδήματος τους. Μια προσφιλή του παροιμία είναι ότι “παίζουν τα σκυλιά πλέον με τα λουκάνικα και τον φτωχό δεν τον κοιτάει κανένας”, υπονοώντας την σημερινή αλόγιστη σπατάλη χρημάτων από εμάς τους νεοέλληνες και αναμονή της ανάπτυξης από  εξωγενείς και άγνωστους παράγοντες προς την Ελληνική παράδοση που από την εμπειρία του δεν θα έρθει…, ούτε περιμένοντας…, ούτε από άλλους. Δεν θα μα χαρίσει κάνεις ποτέ, τίποτε.

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «εμπρός»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ads Place