Page Nav

HIDE
HIDE

Grid Style

GRID_STYLE

Post/Page

FALSE

Weather Location

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

latest

Ναυπακτιακά αφηγήματα: Το λάθος

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου Φωτιά, φωτιά ακούστηκε στη γειτονιά. Είδα γυναίκες και άνδρες να κρατούν κουβάδες, τενεκέδες, κατσαρόλ...


Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου

Φωτιά, φωτιά ακούστηκε στη γειτονιά. Είδα γυναίκες και άνδρες να κρατούν κουβάδες, τενεκέδες, κατσαρόλες με νερό και να τρέχουν προς το μέρος απ' όπου ερχόταν ο καπνός. Από κοντά και ‘είς τα πιτσιρίκια. Καμιά εικοσαριά νέοι, γεροί άνδρες- κάποιοι απ’ αυτούς λιμενεργάτες- ήταν σκαρφαλωμένοι στις σκεπές των διπλανών κτηρίων, Τσαρπαλιά και Παπαγεωργακόπουλου, και έριχναν το νερό που κουβαλούσαν οι άλλοι. Πυροσβεστική δεν είχε τότε η Ναύπακτος. Κατάφεραν να γλιτώσουν τα πλαϊνά σπίτια από την καταστροφή. Όλες κατασκευές με πολύ ξυλεία σε ταβάνια, πατώματα, διαιρέσεις. Γκαζιέρα είπαν. Το παλιό σπίτι κάηκε είπαν. Ευτυχώς, η φαμελιά του Νικολάου δεν έπαθε τίποτα, είπαν.

Σύντομα τη θέση του καμένου, πήρε ένα σύγχρονο κτήριο που στο ισόγειο στέγασε το «Ζαχαροπλαστείο Νικολάου». Πάτησε αισίως τα εξήντα και περπατάει στα εξήντα ένα του χρόνια! Ανοιχτό από το 1958 με την τρίτη γενιά στο προσκήνιο. Το παλαιότερο ζαχαροπλαστείο της πόλης!
Μικρό κοριτσάκι, πήγαινα με τον μπαμπά μου να φάω μπόλ- έτσι λέγαμε τότε το προφιτερόλ. Ήταν πελώριο ή στα μάτια του μικρού παιδιού φάνταζε έτσι; Φαγητό μπορεί να μην έτρωγα αλλά αυτό το γλυκό το πήγαινα πανί. Μεγαλώνοντας πήγαινα με τις φιλενάδες μου. Μια στάση της βόλτας μας στο «Νυφοπάζαρο». Το Χειμώνα λουκουμάδες και όλες τις εποχές τα ωραία του! Εδώ αντάμωναν τα σοροπιαστά της Ανατολής με τις σαντιγές και τις σοκολάτες της Δύσης! Ρυζόγαλο και βούτυρο- μέλι για πρωινό. Βούτυρο στο μέσον του πιάτου περιστοιχισμένο από μπόλικο μέλι και φρυγανιές. Νόστιμα και δυναμωτικά! Η πελατεία από τα γύρω ξενοδοχεία, Άρτεμις η Αιτωλική (Αναγνωστόπουλος), Αίγλη (Κουρμούσης), Νίκη (Τσαρπαλιάς).

Κουραμπιέδες- το κατ’ εξοχήν παραδοσιακό γλυκό- των αρραβώνων και του γάμου στον τόπο μας, τυλιγμένοι σε πολύχρωμα σελοφάν -σαν ανθοδέσμες- στα χέρια των συμπεθέρων, τόνος ιδιαίτερος στο χαρμόσυνο γεγονός. Τα υπέροχα αμυγδαλωτά που συνόδευσαν τα γιορτάσια μας τους αρραβώνες, τους γάμους μας, τα βαφτίσια και τα πτυχία των παιδιών μας , που πήγαν τα χαιρετίσματα στους ξενιτεμένους μας στα πέρατα της γης!

Το καινούργιο κατάστημα απέκτησε και πατάρι. Εδώ γράφτηκε μια ιστορία ζωής, πάνω από έναν μπακλαβά γωνία με μπόλικο σιρόπι.

Πλάκα τα γαλόνια. Ομορφάνδρας. Ευθυτενής! Ωραία μελαχρινή κοπέλα, με δαχτυλίδι μέση!  Χονδρή κοτσίδα, μαχαιριά στην καρδιά του. Έφερνε στην Τζίνα Λολομπριτζίτα. Μαθήτρια της ογδόης, την πρωτοείδε στη βόλτα με τη μαύρη της ποδιά και τον άσπρο γιακά και του άρεσε πολύ. Πήρε τις πληροφορίες του. Ακόμη και για τους βαθμούς της ρώτησε, είχε τον τρόπο του ένεκα τα γαλόνια. Σαν τελείωσε το σχολείο, τη ζήτησε. Το κορίτσι ήθελε να προχωρήσει στα γράμματα αλλά οι δυνατότητες, μικρές. Σχεδόν ορφανή από πατέρα και μάνα να ξενοπλένει για να ζήσουν.

Η επιμονή και το ενδιαφέρον του νέου συγκίνησαν την κοπέλα, ήταν και ‘κείνη η στολή που του πήγαινε τόσο πολύ...  Ήταν και τα δεκαοχτώ της χρόνια... Επισημοποιήθηκε το γεγονός και να τα δώρα και να τα χρυσαφικά! Μαζί και τα πικρόχολα σχόλια. Μεγάλος ο φθόνος περισσότερο από τις μανάδες που είχαν κορίτσια της παντριάς. «Είδες τύχη η Νικολίτσα, η ξεβράκωτη; Κέντα εσύ, φτιάξε προικιά και σπίτια. Την ίσα της τη μοίρα κοιτάς κι όχι την στραβή της την αρίδα, που λέει ο λόγος δηλαδή».

Είχαν βγει βόλτα. Μπήκαν για γλυκό, ανέβηκαν στο πατάρι για να αποφύγουν τα αδιάκριτα βλέμματα. Λέγανε τα δικά τους... Σορόπια πάνω από τα σορόπια! Ήταν όλα τόσα όμορφα, τόσο γλυκά, τόσο ζεστά ώσπου ήρθε η ώρα του λογαριασμού. Ο κύριος διαπίστωσε ένα λάθος. Γιατί περί λάθους επρόκειτο. Πως θα τολμούσε ο νεαρός σερβιτόρος να κάνει κάτι επί τούτου, γνώριζε ποιός ήταν ο πελάτης. «Ξέρεις ποιός είμαι εγώ ρε; Εγώ ήμουν άριστος στα μαθηματικά. Εμένα δε μπορεί να με γελάσει κανένας» και άλλα πολλά. Άκουσε το αφεντικό τη φασαρία και ανέβηκε να δει τι έγινε. «Κερασμένα από το μαγαζί» είπε και ‘κείνος το δέχτηκε!

Η κοπέλα είδε έναν άλλον, άγνωστο άνθρωπο μπροστά της να αθροίζει με ζήλον τις δεκάρες, γιατί στις δεκάρες είχε εντοπιστεί το λάθος! Αλαζονεία και επίδειξη δύναμης... Η κοπέλα τρόμαξε! Σπάσαν όλα μέσα της, κομματάκια, θρύψαλα όλα... Τι παράξενο! Αυτό που είχε έρθει σα θύελλα, σαν πυρκαγιά και θα μπορούσε να χαλάσει τον κόσμο, να το σβήνει το τίποτα μια στιγμής! Το λάθος λίγων λεπτών της δραχμής...

Τη συνόδευσε ως το σπίτι. Η Νικολίτσα παγωμένη, αμίλητη, εκείνος θριαμβολογώντας για την έκβαση του περιστατικού! Στην καληνύχτα, έσκυψε να τη φιλήσει. Εκείνη έβγαλε τη βέρα και την έβαλε στη χούφτα του. «Τελειώσαμε» είπε. Η μάνα έπεσε του θανατά. «Ωχ Θεούλη μου, τι κακό είναι αυτό που μας βρήκε, τι συμφορά είναι τούτη... Τι θα πει ο κόσμος. Θα γελάνε μαζί μας. Τι να σε κάνω, τώρα ποιός θα σε πάρει. Τι παλαβομάρα σε βάρεσε παιδάκι μου; Εκεί που είπαμε Δόξα σοι ο Θεός άντε πάλι Παναγία βόηθα» και έπαιρνε το μέρος του αλλουνού. Το κορίτσι, του γύρισε τα δώρα. Έκλαψε, πόνεσε πολύ -όσο να ‘ναι είχε τσιμπηθεί μαζί του και μάλιστα δυνατά- μα την απόφασή της δεν την άλλαξε, όσο κι αν ο άλλος επέμενε γονυπετής. Καλύτερα οι παλιές αγάπες να πηγαίνουν στον Παράδεισο νωρίς, πριν προλάβουν να κάνουν τη ζωή κόλαση...

Και δικαιώθηκε! Εκείνη που πήρε μαράζωσε. Το χειλάκι της δε γέλασε ποτέ. Να έφταιγε ο ανεκπλήρωτος έρωτάς του για τη Νικολίτσα ή ο χαρακτήρας του; Ποιός να ξέρει... Η Νικολίτσα πάντως πέρασε καλή ζωή, κάνοντας εικόνισμα τις τρύπιες δεκάρες και ευγνωμονώντας εκείνο το λάθος στην πρόσθεσή τους!

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «εμπρός»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ads Place