Page Nav

HIDE
HIDE

Grid Style

GRID_STYLE

Post/Page

FALSE

Weather Location

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

latest

Λαογραφικά & ιστορικά της Ρούμελης: Η Γιορτή της Αναλήψεως στην ορεινή Ναυπακτία

Γράφει η  Σπυριδούλα Πιά  Η Ανάληψη στα χωριά των Κραβάρων αλλά και γενικότερα στη Φωκίδα, στους Δελφούς, στο Δαδί, στη Δεσφίνα κ.λπ. γ...

Γράφει η Σπυριδούλα Πιά 

Η Ανάληψη στα χωριά των Κραβάρων αλλά και γενικότερα στη Φωκίδα, στους Δελφούς, στο Δαδί, στη Δεσφίνα κ.λπ. γινόταν ακριβώς με τον ίδιο τρόπο, έτσι είναι σαν να περιγράφουμε όλων αυτών τα έθιμα στο δικό μας κείμενο. Στα χωριά μας τη γιορτή της Ανάληψης, τη γιορτάζουν με ξεχωριστή ευλάβεια οι Τσοπάνηδες, μικροί και μεγάλοι, στο Βλάχικο καλύβι ή βλάχικο τσάρκο ή στάλο.

Όλη η γύρω περιφέρεια έλαμπε! Ο Αρχιτσέλιγκας (όταν επρόκειτο για μεγάλο Τσελιγκάτο) είχε διαλέξει το αρνί που θα έψηνε και αυτό που θα μαγείρευε. Αρνί για μαγειρευτό έσφαζαν όλοι σχεδόν οι βλάχοι. Μετά εκείνοι το μισό θα το μαγείρευαν και το άλλο μισό θα το έψηναν στη γάστρα. Ετοίμαζε το μέρος που θα έστρωναν το τραπέζι κάτω από το διπλανό έλατο. Το μέρος αυτό το ίσιωναν καλά και έστρωναν κάτω μπόλικες φτέρες να είναι μαλακό.

Επάνω στις φτέρες έστρωναν ένα όμορφο κιλίμι. Η γυναίκα του τσέλιγκα αποβραδίς έπηζε αρκετό γάλα για να είναι γινωμένο το τυρί την άλλη μέρα στην κατάλληλη ώρα να κάνει το λεγόμενο «κοσμάρι» (παρακάτω θα εξηγήσω τι ήταν το κοσμάρι και πως γινόταν).

Την άλλη μέρα στο Τσελιγκάτο υπήρχε μεγάλη κίνηση. Κάποιος από όλους θα πήγαινε στην Εκκλησία με πρόσφορο. Οι άλλοι ετοίμαζαν τα πάντα. Ο Τσέλιγκας έσφαζε τ’ αρνιά ανάλογα, για ψητό το πρώτο και ένα δεύτερο για μαγειρευτό ή μόνο ένα για όλα. Η γυναίκα του Τσέλιγκα έπηζε με προσοχή το πρωινό γάλα, για να έχει το μεσημέρι φρέσκο χλωρό τυρί, όπως το λέγανε και φρέσκια μυζήθρα. Εκτός των προσκεκλημένων για το γεύμα στη στάνη, θα περνούσε και ο Παπάς για να κάνει Αγιασμό.

Ο καημένος ο παπάς ήταν ένας ήρωας τα χρόνια εκείνα, το χειμώνα με τα χιόνια, το καλοκαίρι με τον καύσωνα, επάνω στο μουλάρι καβάλα, ξεκινούσε σχεδόν όλη νύχτα, για να μπορέσει ως το βράδυ να περάσει όλες τις στάνες. Αν δεν τις προλάβαινε όλες, γιατί η μία ήταν μακριά από την άλλη, πήγαινε και την άλλη μέρα. Κανόνιζε όμως την άλλη χρονιά να μην αφήσει τις ίδιες στάνες για την άλλη μέρα, αλλά άλλες, για να μη γίνονται παράπονα. Ήταν έθιμο στον παπά να δίνουν οι βοσκοί για πληρωμή του κόπου του, όσο τυρί πήζανε την ημέρα της Ανάληψης. Αργότερα το πήγαιναν στον παπά έτοιμο αλατισμένο. Ήξεραν οι βοσκοί πόσο τυρί πήζανε την ημέρα της γιορτής, πολλοί το βραδάκι της ίδιας μέρας, το πήγαιναν χλωρό όπως λέγανε, και το αλάτιζε η Παπαδιά. Με τον τρόπο αυτόν, ο παπάς εξασφάλιζε το τυρί της χρονιάς του και πολλές φορές πουλούσε. Αυτό γινότανε στα πολύ παλιά χρόνια, τα επαναστατικά και μεταναστευτικά, που το χωριό για να ζήσει στηριζόταν περισσότερο στην κτηνοτροφία. Μετά από αυτή την παρένθεση του Παπά, επανερχόμαστε στη στάνη.   

Το μεσημέρι ήταν τα πάντα έτοιμα. Άρχιζαν να καταφθάνουν οι προσκεκλημένοι του Τσέλιγκα. Συγγενείς, φίλοι και γνωστοί, κάθονταν όλοι σταυροπόδι στον προετοιμασμένο χώρο από την προηγούμενη μέρα και άρχιζαν το φαγοπότι. Κρέας μαγειρεμένο, κρέας ψητό, τυρί γνήσιο φρέσκο και παλιό, μυζήθρα και κοσμάρι, κρασί μπόλικο από το καλύτερο που είχε ο Τσέλιγκας από τα κλήματά του και νεράκι ολόδροσο και κατακάθαρο, παρμένο από τη διπλανή βρυσούλα, που έβγαινε στη ρίζα του Έλατου (οι βοσκοί φρόντιζαν πάντα να κάνουν το τσελιγκάτο τους κοντά σε ολόδροσες βρυσούλες). Όταν τελείωνε το φαγοπότι με στρωμένο το τραπέζι ακόμη, άρχιζαν τα τραγούδια του Τραπεζιού. Λέγανε προπαντός όσα τραγούδια μιλούσανε για στάνες, πρόβατα και γίδια. Αργά το βράδυ τέλειωνε η γιορτή. Ακούγονταν ευχές «και του χρόνου». Ακούγονταν ευχές επίσης, «και του χρόνου να ’χετε πάντα καλά τα ζωντανά σας και να ’μαστε όλοι καλά να ξανάρθουμε μεθαύριο να ξαναγλεντήσουμε». (Πού είχαν τα πρόβατα και τα γίδια στο πανηγύρι;). «Τσατούρι» έλεγαν ένα πρόχειρο κατασκεύασμα που το χρησιμοποιούσαν το καλοκαίρι για μα μένουν. Το κατασκεύαζαν μπήγοντας ένα μεγάλο δοκάρι στο έδαφος, αφού πρώτα καθάριζαν καλά το έδαφος και το ίσιαζαν. Μετά το κεντρικό δοκάρι κάρφωναν μικρότερα δοκάρια γύρω-γύρω. Το σκέπαζαν από πάνω το καλοκαίρι μόνο με κλαδιά από έλατα και πάνω με φτέρες, για να έχουν ίσκιο τα πρόβατα ή τα γίδια.

Τσάρκος 
Μικρό μέρος κλεισμένο γύρω-γύρω με πασσάλους πλεγμένους με κλαδιά για να μένουν τη μέρα μέσα τα μικρά αρνιά. Για να μην τα καίει ο ήλιος, τον Τσάρκο τον σκέπαζαν πρόχειρα με κλαδιά. Στη γιορτή της Ανάληψης είχαν και «κοσμάρι» στα πανηγύρια.   

«Κοσμάρι»
Το κοσμάρι ήταν ένα εξαιρετικό τρόφιμο. Θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε σήμερα Κρέμα Τυριού. Το κοσμάρι για να πετύχει χρειάζεται κάποια τέχνη. Γινόταν από φρέσκο τυρί και λίγο μπομποτάλευρο ψιλοκοσκινισμένο, ως εξής: Έπαιρνε η βοσκοπούλα μια κατσαρόλα καθαρή και την έβαζε στην φωτιά. Έβαζε μέσα ανάλογο φρέσκο τυρί, λίγο γινωμένο (δηλαδή να έχει πήξει από την προηγούμενη μέρα και να έχει μάλλον αρχίσει να κάνει μικρές τρυπίτσες), κανόνιζε τη φωτιά και με μια ξύλινη κουτάλα το ανακάτευε καλά ώσπου να λιώσει. Τότε έριχνε μέσα το ψιλοκοσκινισμένο καλαμποκάλευρο και ανακάτευε συνεχώς. Όταν ήταν έτοιμο γινόταν σαν πηχτή κρέμα και έβγαζε βούτυρο στην επιφάνεια αρκετό, τόσο όσο να φθάσει στη μέση της πηχτής αυτής ζύμης. Τότε κατέβαζε την κατσαρόλα από τη φωτιά και το σέρβιρε στα πιάτα. Ήταν πολύ νόστιμο. Τόσο νόστιμο που μπορούσε κάποιος να παρασυρθεί και να φάει πολύ, με αποτέλεσμα να βαρυστομαχιάσει και να έχει πρόβλημα. Οι βοσκοί ξέρουν την ιδιότητα του φαγητού αυτού και γι’ αυτόν το λόγο βάζουν στο πιάτο λιγοστό, λέγοντας στους καλεσμένους να προσέχουν και αυτό το λίγο που τους πρόσφεραν.         
Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «εμπρός» 

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ads Place