Page Nav

HIDE
HIDE

Grid Style

GRID_STYLE

Post/Page

FALSE

Weather Location

Classic Header

{fbt_classic_header}

Header Ad

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

latest

Ναυπακτιακά αφηγήματα: Εκλογές

Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου    Σπουδαίος ο Νώντας στο χωριό του, γιομάτος αντριλίκι και παλικαριλίκι. Μεγάλο μουστάκι, μεγάλο μπόι...


Γράφει η Μάρθα Ασημακοπούλου
  
Σπουδαίος ο Νώντας στο χωριό του, γιομάτος αντριλίκι και παλικαριλίκι. Μεγάλο μουστάκι, μεγάλο μπόι, μεγάλη θωριά, μεγάλες χερούκλες, μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του! «Είμαι γερός εγώ» έλεγε καμαρώνοντας και χτυπούσε το στέρνο του αυτοθαυμαζόμενος. «Τον κακό σου τον καιρό είσαι» έλεγαν στα από μέσα τους οι συγχωριανοί του. Ξεθάλη και τεμπέλη τον ανέβαζαν, ξυμένον και βλαμμένον τον κατέβαζαν. Παντρεμένος, χωρίς παιδιά, χωρίς ιδιαίτερη εκτίμηση στην εργασία. Είχε ένα μουλάρι και με αυτό έκανε πού και πού τον αγωγιάτη. Μετέφερε τον γιατρό του χωριού για επίσκεψη σε ασθενείς που τον καλούσαν ή κάποιον δημόσιο λειτουργό για εκτέλεση υπηρεσίας. Αυτή ήταν και η μόνη του ασχολία. Φόραγε μια πλατιά λουρίδα στο παντελόνι του και το μπόλικο περίσσευμά της δεν το πέρναγε στις θηλιές, παρά το άφηνε να κρέμεται! Ως δείγμα κρυφών προσόντων; Μπορεί...
  
Εκείνον τον καιρό πούλαγε νταηλίκι σ' έναν χωριανό του που ήταν λιγάκι λοβούλης. «Είμαι γερός εγώ» έλεγε και ξανάλεγε διακωμωδώντας την εμφάνιση του αλλουνού. Ως που μια μέρα του τραβάει μια ψωμωμένη σφαλιάρα ο κοντός. Του τραβάει και μια δεύτερη και κοντζάμ Νώντας προσγειώθηκε κάτω απ’ το δέμα, παρέα με το νταηλίκι του... Γίνηκε κίτρινος σα το φλουρί και έμαθε το μάθημά του καλά και με την πρώτη! Το ξεφτιλίκι του δεν το ξέχασε. Όποιος δίνει την προσβολή την ξεχνάει με τον καιρό, αυτός όμως που την παίρνει, δεν τη ξεχνάει ποτέ! Από τότε και μετά φρονίμεψε. «Είμαι γερός εγώ» εξακολουθούσε να λέει, μόνο που τώρα το έλεγε χαμηλόφωνα ίσα που να το ακούει ο ίδιος.
  
Περνούσε ο καιρός, τα πράγματα άλλαζαν, έρχονταν άλλα, μα πάντα στις εκλογές οι υποψήφιοι ξαμολιούνταν σε ραχούλες και βουνά. «Ψηφίστε με» λέγανε στον κοσμάκη. «Ζήτω» φώναζαν εκείνοι. Οι πρώτοι γίνονταν βουλευτές και περνούσαν φίνα σε τούτον τον ντουνιά και οι ζητωκραυγάζοντες μέναν να τσακάνε ξυπόλητοι, τις ίδιες παλαμωνίδες. Όπου δεν μπορούσαν να πάνε αυτοπροσώπως οι πολιτευτές- αν δεν υπήρχαν αυτόχθονες κομματάρχες, πράγμα σπάνιο- πήγαιναν οι κομματάρχες τους από τη Ναύπακτο. Υπήρχαν υποκομματάρχες, ανθυποκομματάρχες, βαθμός ανάλογος με τις ψήφους που θα προσκόμιζαν.
  
Ειδοποιημένος ο Νώντας τους παραλάμβανε για την περιοδεία τους στα χωριά. Καθένας, του έδινε και το δικό του ψηφοδέλτιο κι αυτός τα έβαζε στην τσέπη του. Σε όλους έλεγε «Ναι, αλίμονο...» καθότι επαγγελματίας. Ήρθε και η ώρα να ψηφίσει. Άπλωσε ο αγωγιάτης, πήρε ένα ψηφοδέλτιο στην τύχη και το έριξε στην κάλπη. Το βράδυ της καταμέτρησης ο δικαστικός αντιπρόσωπος γέλασε πολύ. Μέσα από ένα φάκελο ανέσυρε ένα χαρτί επίσημο, με σφραγίδες και υπογραφές καλλιγραφικές. Είχε τα στοιχεία του Νώντα και του ζώου του. Έγραφε πως το μουλάρι πέρασε από ταξινόμηση και εκρίθη κατάλληλο για επίταξη σε περίπτωση πολέμου!
  
Εκείνα τα χρόνια, τα πολιτικά πάθη ήταν έντονα. Για την τήρηση της τάξης, τα εκλογικά κέντρα φυλάσσονταν από στρατιώτες που φορούσαν την καλή τους στολή εξόδου, έφεραν όπλο και ξιφολόγχη. Η θέα του ένοπλου στρατιώτη είχε σκοπό να αποθαρρύνει τον κάθε τσαμπουκαλή που ήθελε να προκαλέσει φασαρία. Την ημέρα των εκλογών, για να μη γίνονται κουνουπίδι οι ψηφοφόροι και έτσι να αποφεύγονται οι τσακωμοί και τα χειρότερα, απαγορευόταν η κατανάλωση αλκοόλ σε ταβέρνες, καφενεία μαγειρεία.
  
Στη Ναύπακτο, πίσω από την Αγία Παρασκευή και δίπλα από το ΚΤΕΛ Αιτ/νίας ήταν το μαγέρικο του Χριστιά. Κατέβαινες κάμποσα σκαλοπάτια και βρισκόσουν σε μια μεγάλη αίθουσα καθαρή και συγυρισμένη. Ο μπάρπα- Κώστας με τον γιο του Γιάννη, ετοίμαζαν καθημερινά καλομαγειρεμένα φαγητά. Κοκκινιστά και λεμονάτα, σαρδέλες, πιατέλες αχνιστές, φασολάδες, μυρωδιές γαργαλιστικές, ψωμάρες! Πολλά ήταν τα παιδιά από χωριά που μέναν μόνα τους σε ενοικιαζόμενα δωμάτια και πήγαιναν στο γυμνάσιο. Τρώγανε εκεί, τα έγραφε ο μαγαζάτορας στο τεφτέρι του, κι όταν κατέβαινε ο πατέρας, ξεχρέωνε τον λογαριασμό. Κιμπάρης άνθρωπος ο εστιάτορας, για να χορτάσουν τα παιδιά, έβαζε και παραπανίσια σαλτσούλα και μπόλικο ψωμάκι να βρέξουν και μια κουταλιά μανέστρα επιπλέον. «Δεν κοστίζει τίποτα» έλεγε. Και συμπλήρωμα έδινε χωρίς να χρεώνει.
  
Κυριακή των εκλογών ήταν. Σ΄ ένα απόμερο τραπεζάκι έτρωγε το γκιουβετσίκι του ο Βασίλης. Μπήκε και ο Χρήστος, ράφτης στο επάγγελμα και πολύ γνωστός για τα καβούρια που είχε στις τσέπες του. «Κέρνα το Βασίλη μισή οκά κρασί από 'μένα» είπε στο μπάρπα- Κώστα. Η ώρα που έχει το χούι να περνάει, πέρασε και το κρασί δε φαινόταν. Ο μπάρπα- Κώστας πήγαινε πέρα-δώθε κουβαλώντας τα διάφορα ψιλολόγια που έλειπαν από τα τραπέζια. Μόνο το κερασμένο κρασί δεν ερχόταν. «Δε θα φέρεις εκείνο τα κρασί σήμερα μπάρπα Κώστα;» είπε. «Απαγορεύεται, δε σερβίρουμε πιοτί σήμερα, έχουμε εκλογές το ξέχασες;» απάντησε ήρεμα ο γέρος σέρνοντας βαριά τα πόδια του. «Α τον μπαγάσα, γι’ αυτό έκανε τον γκουβαρτά και με κέρασε ο τσιφούταρος».
  
Σήμερα αναλαμβάνει την τήρηση της τάξης στα εκλογικά κέντρα η εφορευτική επιτροπή και η αστυνομία αν ζητηθεί η συνδρομή της. Και αλκοόλ καταναλώνουμε ελεύθερα, χωρίς να «σκοτωνόμαστε» για τα πολιτικά! «Μάθαμε να κουβεντιάζουμε, ήρεμα, ήρεμα κι απλά» ή μήπως όχι... Καλό βόλι Πατριώτες!

Από την έντυπη έκδοση της εφημερίδας «εμπρός»

Δεν υπάρχουν σχόλια

Ads Place